Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Ένα Όνειρο ξεθώριασε, έχασε τη θωριά του...

Είναι γεγονός, έκραξε η κουκουβάγια, το σοφό αυτό πτηνό με τα μεγάλα έκπληκτα μάτια που διαρρηγνύουν το σκοτάδι και δείχνουν τον πιθανό δρόμο-, πράγματι γεννιούνται μερικοί άνθρωποι μόνο και μόνο για να σηκώνουν αθέλητα, σαν να μην ανήκουν στον εαυτό τους, μα αγόγγυστα και υπομονετικά τα βάρη κάποιου άλλου- άχρηστου και οκνηρού, κακού και πεινασμένου, ανάξιου και ελεεινού, σαν μια τυχαία πέτρα έκρηξης ηφαιστείου, που αντί να μείνει στην πλαγιά, έπεσε στο δρόμο μιας πόλης και κάποιος την περιμάζεψε και την έχτισε σε έναν τοίχο του σπιτιού του, και από τότε το σπίτι τρίζει, μα δεν γκρεμίζεται...
...έχω κατά νου έναν τέτοιον άνθρωπο, ζει ανάμεσά μας και ήθελε να αγαπηθεί και να αγαπήσει, γκρεμίστηκε όμως μαζί με τον από γεννησιμιού του γκρεμισμένο... 

Την πιστή μου κουκουβάγια/ κάθε νύχτα τη ρωτώ/ και μασώντας άγια βάγια/ σ’ άλλα σύνορα πετώ/ όποιος τον πόνο γνώρισε θα ‘χει αδερφό τον πόνο/ κι όποιος φοβάται το θάνατο θα τον σηκώνει στον ώμο.
Γκάτσος.

Έκανα νεύμα στην κουκουβάγια να σιωπήσει, να παύσει η σοφία της να ταράζει τις νύχτες μου.
Με κοίταξε έκπληκτη, γύρισε την όμορφη κεφαλή της αριστερά-δεξιά-κατευθείαν, και πέταξε αφήνοντας το κλωνί της απορημένο, μην αντέχοντας να νιώθω την απορία του κλωνιού από το ξαφνικό χάσιμο του βάρους που υποβάσταζε, έριξα πάνω του το πολύχρωμο ανθεκτικό, μα αρκετά βαρύ νήμα που μου παρέδωσε η Αριάδνη στον ερχομό μου προς τα εδώ: στο πεδίο των χαμένων ονείρων και ηλικιών.
Πόσο θα ήθελα να έλειπαν από το έτος οι μήνες Ιούλιος, Αύγουστος-, είναι οι πιο καταστρεπτικοί μήνες του ανθρώπου προς τον άνθρωπο.
Σε αυτούς τους μήνες οι άνθρωποι μεταλλάσσονται, γίνονται βδέλλες, όρνιθες, χοίροι, αρουραίοι, μύγες, κατσαρίδες, σκνίπες, μανιακοί και το χειρότερο, κουνούπια που σπέρνουν ελονοσία στα υγιή μυαλά που η ευλογία της φύσης προίκισε-, τελικά τη μοίρα μας τη γράφουν και την ορίζουν οι άλλοι, και αν μερικοί κατορθώνουν να τη γράφουν και να την ορίζουν, τη γενναιότητά τους δεν την ακολουθεί και δεν την οικειοποιείται ουδείς, ανήκει μονάχα στα είκοσι νύχια τού φέροντος αυτή- η γενναιότητα είναι κάτι σπάνιο, καθότι μήτε ο θεός ή θεοί είναι γενναίοι, κρύβονται και αυτοί πίσω από τις θυσίες των θνητών που αποτελούν τις ασπίδες των θρασύδειλων-, έτσι και αλλιώς οι θρασύδειλοι μένουν πάντα ασπιδωμένοι με τις ασπίδες των γενναίων.               
Πόσο θα ήθελα να έφευγα από αυτή την πόλη, να πήγαινα μακριά, εκεί όπου να ακούω μόνο την ηχώ
των συνομιλιών μου με τα ζώα που θα με συντρόφευαν-, έχω κατά νου μια πλευρά της βορειοδυτικής Λέσβου.
Εκεί ο θεός δεν μπορεί να σε δει, μήτε να σε ακούσει, είναι τόσο σκληρή αυτή η πλευρά, που ο θεός δεν ρίχνει το βλέμμα του, δεν στήνει το αυτί του κατά εκεί, εκεί δεν υπάρχει μήτε κόλαση μήτε παράδεισος, μόνο η φύση.
Ε, ναι, εκεί θα ήθελα να ήμουν ή τέλος πάντων να πάω-, δεν θα γίνει, θα μείνω εδώ σε αυτή την πόλη να με κατατρώγει η θλίψη του αποχωρούντος ονείρου.    

Μαύρισαν οι κρίνοι/ ράγισαν οι βράχοι/ Κούντου λούνα βίνι/ τραγουδάν οι βλάχοι./ Κούντου λούνα βίνι/ κι ό,τι θέλει ας γίνει.
Γκάτσος.

Δεν ξέρω, αλλά εγώ νιώθω πως χάθηκε ο ουρανός της πατρίδας μου, με τούτα και με εκείνα, κατόρθωσαν και τον αμαυρώσαν οι μαχαλόμαγκες.
Η περιπλοκάδα του ΕυρωβρόμικουΜάρκου είναι πιότερο απροσπέλαστη από μια μεραρχία πάντσερ. Ένας σχιζοφρενής με μουστακάκι πρωκτού κάποτε τα αράδιασε, μα τα εμποδίσαμε, τώρα ένας ανάπηρος από δολοφονική απόπειρα, δίχως μουστακάκι, μας περιέπλεξε στην περιπλοκάδα του ΕυρωΜάρκου- και άντε να ξεμπλέξομε-, ένα νόμισμα διέλυσε τα κόμματα, εξαφάνισε την όποια ιδεολογική τους απόχρωση που είχε απομείνει, εξάρθρωσε την κοινωνία, έκλεψε το δημόσιο πλούτο, και εμείς συνεχίζουμε απαθείς, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, να θέλομε να είμαστε υποτελές παρτσάδι της ΕυρωΖώνης ενώ δεν δύναται να μπορούμε, δεν το επιτρέπει η οικονομία μας να είναι η χώρα μας μέλος ενός σκληρού τοκογλυφικού κερδοσκοπικού και αμφίβολης αξίας τεχνητό νόμισμα-, άντε, ας κατεβάσω μια γουλιά έξοχου κρασιού για την αντοχή του μαζοχισμού μας και για τους λίγους εντόπιους μαχαλόμαγκες και Ευρωπαίους, από πάντα εμπόρους ψυχών...       
Τώρα ξανά μπαίνω στην αμφίθυρη σπηλιά του Φιλοκτήτη… 
...αριστερά επάνω ο Οδυσσέας και δεξιά επάνω ο Διομήδης και στο κέντρο ο Φιλοκτήτης με τα τόξα του Ηρακλή, κάποιοι παλιοί χαμηλοί μαχαλόμαγκες έσπασαν το μολυσμένο αριστερό του πόδι...

3 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. δεν ξέρω αν θα δούμε, τι θα δούμε, τι πρέπει να δούμε, τι δεν πρέπει να δούμε- η τυφλότητά μας δεν έχει πάτο...πώς περάσαμε τους δυο αυτούς άθλιους μήνες;

      Διαγραφή
    2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή