Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Ο Μάνος Χατζηδάκις, η Βούλα Σαββίδη...

...και ο αναθεματισμένος χρόνος και η αδυσώπητη μνήμη και η ξελογιάστρα ζωή...θυμάμαι, όταν πρωτάκουσα τον δίσκο το 1974 ένιωσα ό,τι νιώθω και τώρα: μια απέραντη ερωτική επιθυμία, έναν πρωτόγονο αισθησιασμό και μια Ελλάδα που δεν είχε να ζηλέψει το παραμικρό- πολιτισμικά -με την Ευρώπη, χάρη του Χατζηδάκι προφανώς και άλλων μεγάλων καλλιτεχνών της γενιάς του ' 30- σε αυτή τη γενιά ανήκω, εννοώ πνευματικά και ηθικά. Δεν θα πρωτοτυπήσω λέγοντας: από τότε, άλλη πνευματική γενιά δεν ξεπηδήσε από τα σπλάχνα αυτού του τόπου, ίσως να έχει ξεπηδήσει ή να ξεπηδά στα χρόνια τούτα τα μαύρα, τα κατοχικά, τα δικτατορικά, αυτό θα το μάθουμε αργότερα, αλλά, διαισθητικά το γράφω, δεν το νιώθω, δεν το αντιλαμβάνομαι- εκείνο που αντιλαμβάνομαι και νιώθω είναι μια μαζική συμμετοχή, κάτι σαν να πληρώνομε ασφάλιστρα για να έχομε, υποτίθεται, καλά γερατειά- ας μην μεμψιμοιρώ, αλλά, ακούγοντας αυτά τα τραγούδια, ενορχηστρωμένα από τον μεγάλο μας Χατζηδάκη και τραγουδισμένα από την πιο αισθαντική, ερωτική, αισθησιακή φωνή της Βούλα Σαββίδη, δεν μπορώ να είμαι αισιόδοξος για το παρόν και για το μέλλον, είμαι αισιόδοξος για το παρελθόν για αυτό το λόγο το φέρνω συνεχώς στο κάθε μου τώρα και τραγουδώ μαζί τους:" ΄Ολοι οι ρεμπέτες του ντουνιά/ εμένα αγαπάνε/ μόλις θα μ' αντικρίσουνε/ θυσία θα γινούνε...όλοι οι κουτσουβάκηδες/ που ζούμε στο κουρμπέτι/ έχουμε στην καρδούλα μας/ πολύ μεγάλο ντέρτι"- Μ. Βαμβακάρης.
Θυμάμαι ότι είχα ερωτευτεί τη Βούλα Σαββίδη, ήθελα να πάρω αγκαλιά τη φωνή της, γιατί η φωνή αυτή συνιστά "σώμα" ψυχής- ποτέ μου άλλοτε δεν ένιωσα με τόση δύναμη να χτυπά η καρδιά μου όταν άκουγα το δίσκο, τον οποίο φυσικά και έφθειρα τελείως.
"Χαράματα η ώρα/ τρεις θα ρθω να σε ξυπνήσω/ κρυφά από τη μάνα σου- να σε χαρώ/ να βγεις να σου μιλήσω. Δε θα μας δει άλλος κανείς/ μόνο το φεγγαράκι/ έβγα στο παραθύρι σου- να σε χαρώ/ και δος μου ένα φιλάκι. Είναι κρυφή η αγάπη μας/ κι άλλα να μη ζητήσεις/ φιλιά που να σου κάνουνε- να σε χαρώ/ να μην το μαρτυρήσεις" . Μ. Βαμβακάρης- ε, λοιπόν, η φωνή της Βούλας βγαίνει όντως από τα χαράματα.
Θυμάμαι την τότε αγαπημένη μου, ένιωθα απέναντί της ενοχές αδικαιολόγητες, αλλά σε αυτά τα χρόνια όλοι μας είχαμε ενοχές και νιώθαμε ενοχικοί, είτε για τον έναν λόγο είτε για τον άλλον όπως στην τωρινή εποχή- (αλήθεια ποιος δεν νιώθει ενοχές όταν η ΔΗΜΑΡ των αριστερών στηρίζει τη Χρυσή Αυγή;, ή δεν το έχετε αντιληφθεί;, εγώ πάντως πιστεύω πως, με το να στηρίζει το παραπάνω μπαρτσάδι της νεοελληνικής αριστεράς αυτή την κυβέρνηση των ανδρεικέλων, υπαλλήλων των τραπεζών και της Γερμανίας- στην ουσία στηρίζει τη Χρυσή Αυγή) θυμάμαι λοιπόν, όταν άκουγα τη Βούλα να γραγουδά το: "Τι θες μ' εμέ να μπλέξεις/δε βρίσκεις άλλον να διαλέξεις/δεν ταιριάζω εγώ για σένα/ μη μου λες πως μ' αγαπάς-/δεν ταιριάζω εγώ για σένα/ μη μου λες πως μ' αγαπάς. Εσύ 'σαι μια κυρία φίνα/με δυο βίλλες στην Αθήνα/τι γυρεύεις από εμένα/και ποιος είμαι μη ρωτάς-/ δεν ταιριάζω εγώ για σένα/ μη μου λες πως μ' αγαπάς. Δε σου ταιριάζω εγώ το ξέρεις/λοιπόν γιατί να υποφέρεις/δεν ταιριάζω εγώ για σένα/κοίτα 'συ αλλού να πας-/τι γυρεύεις από εμε΄να/και ποιος είμαι μη ρωτάς", Στέλιος Κερομύτης, που είχα τη τύχη να τον γνωρίσω και περάσαμε ένα αξέχαστο βράδυ μαζί κουβεντιάζοντας, το περισσότερο, για πράγματα αγάπης πίνοντας Givas- τότε έπινα ουίσκι, τώρα πίνω ρούμι.
Και πώς να μη θυμηθώ το βούρκωμα των ματιών μου όταν άκουγα τη Βούλα να τραγουδά το "Εγώ πονώ εσύ Γελάς" με τη φωνή της να βγαίνει μέσα από το χώμα- και από το γελιό της να ρέει τραχύ νερό : "...Κακούργε τύραννε σκληρέ/σ' αρέσει να με τυραννάς/εγώ πονώ και συ γελάς/ γιατί γιατί δεν με πονάς;" Κ. Καπλάνη.
Τι σου είναι τελικά οι πολιτικές καταστάσεις και οι βαθύτατα λαϊκές ερωτικές καταστάσεις: φαντάζεστε τους βουλευτές μας, ιδίως της Δημάρ, να κάθονται και να ακούνε τον παραπάνω δίσκο του Μ. Χατζηδάκι, "Τα ΠΕΡΙΞ", και να τραγουδάνε μαζί με τη Βούλα: "Σε θάμπωσαν με τα λεφτά/και πήραν την χαρά μου/μα μες στον κόσμο δε θα βρεις/σαν τη φτωχή καρδιά μου. Σε πήραν σε ξελόγιασαν/και τώρα ποιος να ξέρει/πού βρίσκεσαι και πώς περνάς/και τι θεά λατρεύεις", Τσιτσάνη-Κυριαζή.
Μάνο Χατζηδάκι, δεν έφυγες, είσαι πάντα εδώ, ανάμεσά μας γιατί, όσο καιρό εδώ εκατοικούσες, δεν κατέθετες παρά μόνο την αισθαντική καρδιά σου και την τέλεια ισορροπία σου, την ανάμεσα στα άστρα και στον τόπο μας- και εσύ Βούλα Σαββίδη, να είσαι καλά όπου βρίσκεσαι και να ξέρεις ότι θυμάμαι τη στάση σου όταν τραγουδούσες σε ένα μαγαζί, που τώρα δεν θυμάμαι ποιο ήταν, σχώρα με, δεν το θυμάμαι, δεν έχω ξεχάσει όμως το τέλος του δίσκου με την υπέροχη θεσπέσια φωνή σου:"Όταν συμβεί στα πέριξ/ φωτιές να καίνε/ πίνουν οι μάγκες τον καφέ"...    
Τώρα αλήθεια τι είδους φωτιές πρέπει να ανάψουν και να καίνε ολημερίς, να κάψουν τα πάντα, να τα σκορπίσουν όλα, να τα αφανίσουν όλα γιατί το ήθος εχάθη και το φιλότιμο εχάθη και ο έρωτας ο βαθύς και απλός εχάθη και δεν υπάρχει πνεύμα, παρά μόνο ζητιανιά και υποτέλεια- μόνο με τις φωτιές των καρδιών μας, ίσως κάτι ξανά γεννηθεί...
Εξώφυλλο: Γιάννης Μόραλης
...γεια σας, το μαγαζί είναι κλειστό και όλο το βράδυ θα υποφέρω δίχως σταγόνα αλκοοοοοόλ στο αίμα μου και στον εγκέφαλό μου, μπεκρή μ' έκανε η αγάπη μου, όλο λέει πως μ' αγαπά και όλο με άλλον πηγαίνει...

     

               
             

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου